Μουσείο, Αρχαιολογικό Λεμεσού (Κύπρου), Επαρχιακό

Το μουσείο, που χτίστηκε το 1975 (Κάνιγγος & Βύρωνος, Λεμεσός), εκτός από ευρήματα από τους σημαντικούς αρχαίους οικισμούς της Αμαθούντος, ανατολικά, και του Κουρίου, δυτικά της Λεμεσού, περιλαμβάνει ευρήματα από περίπου τριάντα άλλους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής της Λεμεσού. Αποτελείται από δύο μακρόστενες αίθουσες αριστερά και δεξιά της εισόδου, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με δύο εγκάρσιους χώρους. Στο χώρο της εισόδου, μπροστά από το παράθυρο που βλέπει στην αυλή, μπορείτε να δείτε μία μεγάλη ανθρωποειδή σαρκοφάγο από μάρμαρο, η οποία μάλλον έχει εισαχθεί από τη φοινικική πόλη Σιδώνα (γύρω στα 440-420 π.Χ.). Τα ευρήματα στην προθήκη 1 της αριστερής αίθουσας μας πάνε πίσω στην εποχή κατά την οποία το νησί δεν είχε κατοικηθεί ακόμη. Πρόκειται για το κρανίο και την κάτω σιαγόνα ενός ιπποπόταμου νάνου και το χαυλιόδοντα ενός ελέφαντα νάνου, τα οποία βρέθηκαν στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου. Χρονολογούνται στην πλειστόκαινο περίοδο, είναι δηλαδή ηλικίας περίπου ενάμιση εκατομμυρίων χρόνων. Η επόμενη προθήκη περιλαμβάνει πέτρινα εργαλεία και κομμάτια αγγείων από τον Σωτήρα και την Ερήμη (3500-2300 π.Χ.), καθώς και θραύσματα ειδωλίων αφηρημένης μορφής από πέτρα και πηλό (3000-2500 π.Χ.). Μπροστά από τον αριστερό τοίχο υπάρχουν μεγάλα πήλινα χειροποίητα αγγεία, από την περίοδο 3800-2500 π.Χ. Κάποιες άλλες προθήκες φιλοξενούν αγγεία από την πρώιμη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1650 π.Χ.), μεταξύ των οποίων ερυθροστίλβωτα αγγεία και μικρές και μεγάλες ραμφόστομες πρόχοες με σώμα σφαιρικό, μερικές από τις οποίες φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το θραύσμα μιας λαβής, στην οποία έχει προστεθεί ένα κεφάλι προβάτου μουφλόν. Στην πρώτη προθήκη στο μέσο της αίθουσας θα δείτε αγγεία από την ύστερη εποχή του χαλκού (1650-1050 π.Χ.), ανάμεσα στα οποία τρίδυμα αγγεία, δύο ρυτά σε μορφή ταύρου και απομιμήσεις μυκηναϊκών αγγείων, όπως ψευδόστομους αμφορείς, φλασκιά και πιθαμφορείς με τρεις λαβές και ψηλό πόδι. Ακριβώς δίπλα έχει τοποθετηθεί ένα μεγάλο αποθηκευτικό πιθάρι, ύψους ενάμιση μέτρου, με ανάγλυφη διακόσμηση, που βρέθηκε στο Κούριο. Οι τελευταίες προθήκες περιέχουν κυρίως κεραμικά από τη γεωμετρική εποχή (1050-750 π.Χ.), όπως μεγάλους ψευδόστομους αμφορείς και οινοχόες με προχοή στον ώμο. Εδώ ξεχωρίζει το μοντέλο μιας βάρκας με κεφάλι πάπιας που κοιτάζει προς τα πίσω και ένας αμφορέας με ζωγραφισμένο ένα ελάφι που στέκεται στα πίσω πόδια δίπλα σε ένα δέντρο. Στην προθήκη 13 εκτίθενται πολυάριθμα δείγματα από τα μεγάλα ρηχά πιάτα, που είναι χαρακτηριστικά της κυπριακής παραγωγής κεραμικών αυτής της εποχής. Είναι διακοσμημένα με γεωμετρικά μοτίβα σε χρώμα σκούρο κόκκινο και καφέ. Στην προθήκη που βρίσκεται απέναντι από αυτή, στο μέσο της αίθουσας, μπορείτε να δείτε και άλλα πήλινα αγγεία από τη γεωμετρική εποχή, μεταξύ των οποίων δύο δίδυμα φλασκιά, έναν τρίποδα από πηλό και στρογγυλούς σωληνοειδείς ασκούς. Σε έναν από αυτούς έχει προστεθεί ένα κεφάλι προβάτου μουφλόν, δύο ρόδια και ένα αγγείο με δύο λαβές. Μπροστά από το παράθυρο, δεξιά, σε τέσσερα βάθρα, έχουν τοποθετηθεί οχτώ μεγάλοι πίθοι διακοσμημένοι με γεωμετρικά σχέδια. Στον τοίχο απέναντι, κάτω από μια αεροφωτογραφία από τις ανασκαφές στην Αμαθούντα, εκτίθεται άλλος ένας μεγάλος, άθικτος γεωμετρικός πίθος. Στις τρεις τελευταίες προθήκες αυτής της αίθουσας εκτίθενται κεραμικά από την αρχαϊκή εποχή (750-480 π.Χ.), μεταξύ των οποίων σφαιρικές οινοχόες με στόμιο σε σχήμα τριφυλλιού, με πουλιά ζωγραφισμένα στο σώμα και μάτια ζωγραφισμένα στα πλάγια του στομίου. Στο βάθος της αίθουσας δεσπόζει το θραύσμα ενός γιγαντιαίου πίθου της αρχαϊκής εποχής, από τον οποίο σώζεται μόνο ο λαιμός με ένα μέρος του ώμου. Στο λαιμό είναι ζωγραφισμένοι δύο ταύροι, που στέκονται αντιμέτωποι με σκυμμένα τα κεφάλια. Στο χώρο ανάμεσά τους διακρίνονται στοιχεία της κυπριακής συλλαβικής γραφής. Πιο πίσω έχει τοποθετηθεί ένα πολύ γνωστό κιονόκρανο, που είναι διακοσμημένο και στις δύο του πλευρές με το ανάγλυφο κεφάλι της αιγυπτιακής θεάς Αθώρ και στο οποίο διατηρούνται κάποια στοιχεία από την αρχική ζωγραφική. Το κιονόκρανο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα που εκτίθενται μαζί, τα οποία όμως δε διατηρούνται σε τόσο καλή κατάσταση, προέρχεται από την Αμαθούντα και κατασκευάστηκε γύρω στο 480 π.Χ. Το διπλανό κιονόκρανο χρονολογείται στον 6ο π.Χ. αι. και είναι από ασβεστόλιθο. Φέρει στοιχεία πρωτοϊωνικού ρυθμού, αποτελεί πρόδρομο δηλαδή του ιωνικού κιονόκρανου, που έγινε γνωστό την κλασική εποχή. Το γεγονός πως στην Αμαθούντα λατρεύονταν και αιγυπτιακοί θεοί, εκτός από τα κιονόκρανα με τις ανάγλυφες παραστάσεις της Αθώρ, βεβαιώνεται και από τα μικρά αγάλματα από ασβεστόλιθο του τρομερού στην εμφάνιση θεού Μπες, στον οποίο οι έγκυες γυναίκες προσεύχονταν για προστασία πριν από τον τοκετό, τα οποία εκτίθενται στην ίδια αίθουσα. Ένα γιγαντιαίο άγαλμα του θεού εκτίθεται στη δεύτερη μεγάλη αίθουσα. Δίπλα στο διάδρομο που οδηγεί στον πίσω χώρο δεξιά εκτίθεται το θραύσμα μιας επιτύμβιας στήλης, στο επάνω μέρος της οποίας διακρίνονται δύο ξαπλωμένα λιοντάρια, του 6ου π.Χ. αι., που βρέθηκε επίσης στην Αμαθούντα. Στον μπροστινό συνδετικό χώρο, που οδηγεί στην αίθουσα δεξιά, υπάρχουν προθήκες στις οποίες εκτίθενται τμήματα από ασβεστολιθικά και πήλινα ειδώλια, μεταξύ των οποίων ιππείς και γυναικείες μορφές που κρατούν μπροστά στο στήθος ένα λουλούδι λωτού. Εκτίθενται, επίσης, λυχνάρια και η μαρμάρινη κεφαλή ενός γενειοφόρου με σκούφο, που παριστάνει πιθανόν το σιδηρουργό θεό Ήφαιστο ή τον Οδυσσέα. Οι δύο προθήκες στο μέσο αυτού του χώρου περιέχουν κοσμήματα από χρυσό, άργυρο και ορείχαλκο, επιχρυσωμένα φύλλα ορείχαλκου από στεφάνια νεκρών, περόνες ενδυμάτων, δαχτυλίδια και σκουλαρίκια, που χρονολογούνται από την ελληνιστική έως τη ρωμαϊκή εποχή (325 π.Χ. -4ο αι. μ.Χ.). Τα μικρά χρυσά ελάσματα που εκτίθενται ήταν ραμμένα στα ενδύματα των νεκρών. Στο κάτω ράφι της μίας από τις προθήκες, όπου εκτίθενται νομίσματα που κόπηκαν στην Αμαθούντα από την αρχαϊκή έως τη βυζαντική εποχή, υπάρχει ένας καθρέφτης, για να μπορείτε να δείτε τις παραστάσεις και της πίσω πλευράς. Από τα νομίσματα αυτά ξεχωρίζει ένα μεγάλο ρωμαϊκό χάλκινο νόμισμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα (211-217 μ.Χ.), στην πίσω πλευρά του οποίου υπάρχει αναπαράσταση του περίφημου ιερού της Αφροδίτης της Παλαίπαφου. Δείτε, επίσης, τα χρυσά νομίσματα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ηρακλείου και του υιού του Κωνσταντίνου (613-639). Μια άλλη προθήκη περιέχει αντικείμενα από ορείχαλκο και σίδηρο, μεταξύ των οποίων όπλα, εργαλεία και καθρέφτες. Από τις δύο προθήκες του διαδρόμου που οδηγεί στη δεύτερη μεγάλη αίθουσα, η αριστερή περιέχει θραύσματα ειδωλίων από ασβεστόλιθο και ορείχαλκο, καθώς και μικρά αγγεία από φαγιανή. Η δεξιά προθήκη περιέχει ευρήματα από τη μυκηναϊκή έως την κλασική εποχή, τα οποία αποτελούν δωρεά στο μουσείο του συλλέκτη Πάνου Λανίτη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο μελαμβαφείς ασκοί, των οποίων η επάνω πλευρά φέρει ανάγλυφη διακόσμηση. Στις πέντε προθήκες της δεξιάς μεγάλης αίθουσας μπορείτε να δείτε κεραμικά από την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή, αγγεία από αλάβαστρο και γυαλί και πήλινα λυχνάρια και αγαλμάτια, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει εκείνο μιας γυμνής ηλικιωμένης γυναίκας η οποία φέρει στο κεφάλι ένα καλάθι. Μπροστά από τους τοίχους αυτής της αίθουσας έχουν στηθεί γλυπτά, ανάγλυφα και επιγραφές από πέτρα. Δεξιά αμέσως μετά την είσοδο μπορείτε να δείτε το κάτω μέρος ενός ανδρικού αγάλματος από μάρμαρο. Μερική εξωτερική άποψη του Επαρχιακού Αρχαιολογικού Μουσείου Λεμεσού, στην Κύπρο. Θραύσμα πίθου της αρχαϊκής εποχής, στο οποίο διακρίνονται στοιχεία της κυπριακής συλλαβικής γραφής (Επαρχιακό Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού). Ειδώλιο κόρης από ασβεστόλιθο που φέρει ίχνη χρώματος (Επαρχιακό Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.